ΜΕΝΟΥ
Τι μπορεί να κερδίσει η Ελλάδα από την ανάπτυξη του τουρισμού υγείας και τρίτης ηλικίας;

Τι μπορεί να κερδίσει η Ελλάδα από την ανάπτυξη του τουρισμού υγείας και τρίτης ηλικίας;

Health Newsroom

Η χώρα μας θα μπορούσε να διεκδικήσει δεκάδες δισ. ετησίως, προσελκύοντας ηλικιωμένους τουρίστες για να περνούν στην Ελλάδα τα χρόνια της συνταξιοδότησής τους, ασθενείς τουρίστες που θέλουν να συνδυάσουν τη θεραπεία τους με διακοπές, ή άλλους τουρίστες που αναζητούν υπηρεσίες ευεξίας και υγείας, σύμφωνα με έρευνα της διαΝΕΟσις.

Ειδικότερα, η διαΝΕΟσις συνεργάστηκε με το Ινστιτούτο Κοινωνικής και Προληπτικής Ιατρικής και ομάδα ερευνητών υπό τον συντονισμό του καθηγητή κοινωνικής και προληπτικής ιατρικής στο ΕΚΠΑ Γιάννη Τούντα, για να μελετήσει το θέμα της ανάπτυξης του τουρισμού τρίτης ηλικίας και τις προοπτικές του τουρισμού υγείας στην Ελλάδα, τα οποία αποτελούν μια μεγάλη αγορά, που παραμένει ακόμα «μία ανεκμετάλλευτη ευκαιρία για τη χώρα μας». Η έρευνα, την οποία μπορείτε να διαβάσετε εδώ, αναλύει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και τις υποκατηγορίες αυτών των κλάδων, μελετά το πώς άλλες χώρες επενδύουν στην προσέλκυση ηλικιωμένων και ασθενών τουριστών, χαρτογραφεί το τι ισχύει στη δική μας χώρα, και προσδιορίζει το πόσα θα μπορούσε να κερδίσει η ελληνική οικονομία, αν η χώρα μας ανέπτυσσε τις υποδομές και μεταρρύθμιζε το θεσμικό της πλαίσιο για να διεκδικήσει ένα μέρος αυτής της αγοράς. 

Όπως αναφέρει η έρευνα, ο τουρισμός τρίτης ηλικίας και ο τουρισμός υγείας σχετίζονται μεταξύ τους, αλλά είναι διαφορετικοί τομείς. Όταν μιλάμε για τουρισμό τρίτης ηλικίας αναφερόμαστε σε δύο μεγάλες υποκατηγορίες επισκεπτών: Τους τουρίστες (που έρχονται για ολιγοήμερες διακοπές) και αυτούς που έρχονται για μακροχρόνια διαμονή, είτε νοικιάζοντας είτε αγοράζοντας κατοικία.

Η πρώτη κατηγορία είναι αυτονόητα σημαντική -και πολύ μεγάλη. Περίπου το 18% των Ευρωπαίων τουριστών το 2014 ήταν άνω των 65 ετών. Σύμφωνα με τις προβλέψεις, το 2030 θα είναι το 26% και το 2050 το 32%. Είναι ένα πολύ μεγάλο κομμάτι τις αγοράς, το οποίο επίσης χωρίζεται σε δύο υποκατηγορίες: Αυτούς που είναι υγιείς, και αυτούς που έχουν κάποια προβλήματα υγείας. Ένα μεγάλο μέρος αυτού του πληθυσμού τρίτης ηλικίας που ταξιδεύει έχει ανάγκη από κάποιας μορφής ιατρική υποστήριξη. Επιθυμούν, λοιπόν, να έχουν εύκολη και γρήγορη πρόσβαση σε ποιοτικές υπηρεσίες υγείας στον τόπο που επισκέπτονται, ακόμα κι αν δεν πάσχουν από κάποιο νόσημα. Μολονότι πρόκειται για μεγάλη κατηγορία, μόνο το 6,1% του συνόλου των ταξιδιών στη χώρα μας το 2016 έγιναν από τουρίστες τρίτης ηλικίας.

Η άλλη κατηγορία, οι τουρίστες μακράς διάρκειας, χωρίζονται κι αυτοί σε δύο κατηγορίες, ανάλογα με το αν ενοικιάζουν ή αγοράζουν σπίτι στον προορισμό τους. Αυτή η κατηγορία, που έχει και το όνομα “snowbird tourism”, μεγαλώνει ολοένα και περιλαμβάνει κυρίως συνταξιούχους από πλούσιες βόρειες χώρες, που επιλέγουν να περάσουν ένα μέρος του χρόνου (συνήθως το χειμώνα) σε νοτιότερα, θερμότερα κλίματα. Ένα 7,3% των ενηλίκων στην Ευρώπη δηλώνει ότι θα ήθελε μετά τη σύνταξή του να πάει να μείνει στη Νότια Ευρώπη. Στη Γερμανία το ποσοστό είναι 9%. Στην Αγγλία είναι 15,3%. 120.000 Βρετανοί ηλικίας άνω των 65 ζουν σήμερα στην Ισπανία -ένας αριθμός που έχει διπλασιαστεί τα τελευταία 10 χρόνια. Είναι μια μεγάλη αγορά, η οποία αναμένεται να μεγαλώσει περισσότερο, πολύ γρήγορα. Τα επόμενα 20 χρόνια θα συνταξιοδοτηθούν 120 εκατομμύρια Ευρωπαίοι. Αυτό σημαίνει ότι τα επόμενα 20 χρόνια εκτιμάται ότι θα έχουμε ζήτηση στη Νότια Ευρώπη για περίπου 2,7 εκατομμύρια παραθεριστικές κατοικίες.

Ο τουρισμός υγείας είναι μια άλλη μεγάλη κατηγορία, που περιλαμβάνει με τη σειρά της διακριτές υποκατηγορίες που ορίζει η έρευνα: Τον ιατρικό τουρισμό, τον ιαματικό τουρισμό και τον τουρισμό ευεξίας.

Ο ορισμός του ΟΟΣΑ για τον ιατρικό τουρισμό είναι ο εξής: “Η δραστηριότητα κατά την οποία ο επισκέπτης επιλέγει να ταξιδέψει εκτός εθνικών συνόρων με την πρόθεση να λάβει κάποιας μορφής ιατρική θεραπεία”. Διάφορες εκτιμήσεις τοποθετούν τον αριθμό των ανθρώπων που ταξιδεύουν σε άλλες χώρες για ιατρικούς λόγους κάθε χρόνο από 5 μέχρι 14 εκατομμύρια, με ετήσιο τζίρο δεκάδων δισ. ευρώ. Το Global Wellness Institute εκτιμά ότι περίπου το 7% όλων των εγχώριων και διεθνών ταξιδιών είναι ταξίδια ιαματικού τουρισμού και τουρισμού υγείας. Σύμφωνα με τα στοιχεία, το 2013 η Ταϊλάνδη προσέλκυσε 1,2 εκατ. ασθενείς, το Μεξικό 1 εκατ., οι ΗΠΑ 800.000, η Σιγκαπούρη 600.000 και η Ινδία 400.000. Η Τουρκία, με 42 διεθνώς πιστοποιημένα νοσοκομεία ιατρικού τουρισμού, το 2015 ξεπέρασε τους 600.000 ασθενείς/τουρίστες. Η Ελλάδα, αντίστοιχα, προσελκύει περίπου 85.000 τέτοιους τουρίστες κάθε χρόνο.

Τι ψάχνουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι; Κυρίως ορθοπεδικές, ογκολογικές, αισθητικές, καρδιολογικές και νευρολογικές-νευροχειρουργικές ιατρικές θεραπείες, καθώς και θεραπείες γονιμότητας. Σύμφωνα με μια εκτίμηση, ο μέσος ασθενής ταξιδιώτης στην Ελλάδα είναι ηλικίας 45-55 ετών, μεσαίου ή ανώτερου εισοδήματος, ο οποίος μένει κατά μέσο όρο επτά ημέρες, συνοδεύεται από ένα ακόμα άτομο, έρχεται συνήθως στην Αθήνα και ξοδεύει περίπου 5.000 ευρώ μαζί με το συνοδό του (οι απλοί τουρίστες ξοδεύουν 1.500 ευρώ στο ίδιο διάστημα). Σε έρευνα του 2014 παρεμπιπτόντως, εκτιμήθηκε ότι μόνο από τις 4 βασικές χώρες προέλευσης τουριστών στην Ελλάδα, περίπου 500.000 επισκέπτες έχουν και ανεκπλήρωτες ανάγκες υγείας, δηλαδή ανάγκες για θεραπεία που δεν μπορούν να ικανοποιήσουν στη χώρα τους για οποιονδήποτε λόγο (οικονομικό, αναμονή κλπ.).

Οι άλλες δύο κατηγορίες είναι σχετικές, αλλά με διαφορετική στόχευση. Ο ιαματικός τουρισμός απευθύνεται κυρίως σε άτομα που είναι ασθενείς, αλλά όχι μόνο, και προσφέρουν αποκλειστικά ειδικού τύπου υπηρεσίες (υδροθεραπεία, πηλοθεραπεία, θαλασσοθεραπεία, κλιματοθεραπεία, σπηλαιοθεραπεία, αλατοθεραπεία) ενώ ο τουρισμός ευεξίας απευθύνεται κυρίως σε υγιή άτομα, προσφέροντας διάφορες υπηρεσίες βελτίωσης της ψυχικής ή της σωματικής τους υγείας, κυρίως οργανωμένα τουριστικά προϊόντα που έχουν σχέση με τη διατροφή, τον αθλητισμό ή τον διαλογισμό. 

Τόσο ο τουρισμός τρίτης ηλικίας όσο και ο τουρισμός υγείας αποτελούν πλέον ένα σημαντικό μέρος της τουριστικής βιομηχανίας σε πολλές αναπτυσσόμενες και αναπτυγμένες χώρες. Πολλές επενδύουν αναπτύσσοντας νέα τουριστικά προϊόντα, επενδύουν σε μονάδες που παρέχουν συγκεκριμένες νοσηλευτικές και υποστηρικτικές υπηρεσίες στους ηλικιωμένους, ή σχεδιάζουν ειδικά τουριστικά πακέτα. Σε χώρες όπως η Πορτογαλία, η Ισπανία και η Ιταλία, δε, κατασκευάζονται συγκροτήματα κατοικιών που καλύπτουν τις ειδικές απαιτήσεις του συγκεκριμένου κοινού, και προωθείται με διάφορα εργαλεία η μετεγκατάσταση ηλικιωμένων από άλλες χώρες. Τα παραρτήματα της έρευνας περιέχουν μερικά τέτοια παραδείγματα.

Διάφορες πρωτοβουλίες, τόσο κρατικές, όσο και από την τοπική αυτοδιοίκηση και την ιδιωτική πρωτοβουλία σε διάφορες χώρες της Ευρώπης, κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση. Στην Ισπανία, για παράδειγμα, το πρόγραμμα European Senior Tourism (EST) προσελκύει Ευρωπαίους τουρίστες τρίτης ηλικίας από άλλες χώρες της Ευρώπης σε ισπανικούς τουριστικούς προορισμούς με πολύ χαμηλές τιμές κατά τη διάρκεια του φθινοπώρου ή της άνοιξης, εκτός περιόδου αιχμής δηλαδή. Το πρόγραμμα IMSERSO επιδοτεί τη βελτίωση τουριστικών υποδομών ώστε να μπορούν να εξυπηρετούν άτομα της τρίτης ηλικίας ή άτομα με αναπηρίες, ενώ επιδοτεί και προγράμματα κοινωνικού τουρισμού για ηλικιωμένους.

Στη δική μας χώρα η κατάσταση είναι διαφορετική, επισημαίνει η έρευνα. Αν και έχουμε το γνωστό, ελκυστικό κλίμα και την όμορφη φύση, αν και είμαστε μια χώρα γεωγραφικά κοντά σε πληθυσμούς εύπορων ηλικιωμένων από τη Βόρεια Ευρώπη, αν και είμαστε μέλος της Ε.Ε., παρ’ όλα αυτά δεν έχουμε καταφέρει να προσελκύσουμε ούτε μεγάλο μέρος της αγοράς του τουρισμού τρίτης ηλικίας, ούτε της αγοράς του τουρισμού υγείας. Και τα πλεονεκτήματά μας στους συγκεκριμένους τομείς, μάλιστα, δεν περιορίζονται στο κλίμα και τη γεωγραφική μας θέση. Η χώρα μας έχει ήδη μια μεγάλη τουριστική αγορά με αξιόλογες επιχειρήσεις και έμπειρα στελέχη. Διαθέτει, επίσης, πολλούς και καλούς γιατρούς (έχει μια από τις μεγαλύτερες αναλογίες γιατρών αναλογικά με τον πληθυσμό στην Ευρώπη). Είναι επίσης μια χώρα ασφαλής, με μεγάλο ποσοστό γλωσσομαθών κατοίκων, τουριστικά αξιοθέατα και υψηλό επίπεδο ποιότητας ζωής. Σε έρευνα της InterNations, ενός δικτύου για ανθρώπους που ζουν και εργάζονται στο εξωτερικό, η Ελλάδα τοποθετήθηκε το 2017 μεταξύ των 10 κορυφαίων ηλιόλουστων χωρών που επιλέγει κάποιος για να ζήσει μόνιμα. 1 στους 3 ηλικιωμένους δηλώνουν ότι βρίσκουν τη χώρα μας καλύτερη από ό,τι την περίμεναν, ενώ σχεδόν το 20% δηλώνουν ότι την επισκέπτονται κάθε χρόνο. Και είναι και χώρα σχετικά φτηνή, τόσο ως προς το κόστος ζωής και στις τιμές των ακινήτων, όσο και ως προς το κόστος υπηρεσιών υγείας (σε σύγκριση με της ανεπτυγμένες χώρες, τουλάχιστον). Μία λιποαναρρόφηση που στοιχίζει $26.200 στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, κοστίζει $3.300 στην Ελλάδα.

Από την άλλη, όμως, εδώ έχουμε και πολλά προβλήματα που προς το παρόν μας εμποδίζουν να γίνουμε κορυφαίος προορισμός γι’ αυτές τις κατηγορίες τουρισμού. Η ποιότητα των υποδομών, ειδικά για άτομα με προβλήματα κινητικότητας, οι κακές υπηρεσίες των μέσων μαζικής μεταφοράς, οι ελλείψεις προσωπικού και υλικών και η κακή οργάνωση στο δημόσιο σύστημα υγείας είναι σημαντικά θέματα. Στα ελληνικά νοσοκομεία οι λοιμώξεις είναι συχνότερες από ό,τι αλλού, ενώ η Ελλάδα έχει πολύ υψηλά ποσοστά μικροβιακής αντοχής. Αν και έχουμε πολλούς γιατρούς, δεν έχουμε αρκετούς νοσηλευτές. Τα εμπόδια για επενδύσεις σε οικιστικά συγκροτήματα (γραφειοκρατία, χωροταξικοί κανονισμοί) είναι μεγάλα. Υπάρχουν λίγες μεγάλες επιχειρήσεις με εμπειρία σε μεγάλης κλίμακας επενδύσεις και πολύ υψηλή φορολογία. Μόνο το 6,1% των ελληνικών ξενοδοχείων (αποκλειστικά ξενοδοχεία 4 ή 5 αστέρων) είναι σε θέση να προσφέρουν κάποια μορφή στοιχειώδους ιατρικής φροντίδας εντός των εγκαταστάσεών τους. Μόνο το 25,2% των ξενοδοχείων έχουν λάβει πρόσθετη μέριμνα για την εξυπηρέτηση των ηλικιωμένων με ειδικό εξοπλισμό πλέον όσων επιβάλλονται από τη νομοθεσία. Στην Ελλάδα, δε, υπάρχουν 822 πηγές θερμομεταλλικών νερών, εκ των οποίων οι 750 είναι αξιοποιήσιμες σε σχέση με τις ιαματικές ιδιότητές τους. Μόνο 123 έχουν καταθέσει φάκελο στο υπουργείο Τουρισμού και μόνο οι 48 έχουν λάβει αναγνώριση. Ελάχιστες από αυτές έχουν σύγχρονες εγκαταστάσεις που προσφέρουν σύγχρονες υπηρεσίες.

Βεβαίως, ακόμα έτσι, κάποια πράγματα γίνονται. Στο θεσμικό κομμάτι, έχει ιδρυθεί η ΕΛΙΤΟΥΡ, ένας μη-κερδοσκοπικός φορέας στον οποίο συμμετέχουν ιδιωτικές εταιρείες από τον τομέα της υγείας, του τουρισμού, των μεταφορών, των πιστοποιήσεων, των συμβούλων επιχειρήσεων, της ασφάλισης και της διαφήμισης, που προωθεί τον τουρισμό υγείας στην Ελλάδα. Ακόμα σχηματίστηκε ο Ελληνικός Σύνδεσμος Τουρισμού Υγείας, ενώ πρωτοβουλίες στο χώρο αναλαμβάνουν και ο Ιατρικός Σύλλογος Αθηνών και η Κεντρική Ένωση Δήμων Ελλάδας. Υπάρχουν ήδη και κάποια πρώτα clusters, όπως το Athens Dental Tourism Cluster ή το Athena Health Tourism Cluster. 

Στον ιδιωτικό τομέα, με πρωτοβουλία μιας γερμανικής εταιρείας τουρκικών συμφερόντων, τον χειμώνα του 2018 έξι ξενοδοχεία της Κρήτης έμειναν ανοιχτά για να υποδεχτούν περίπου 50.000 τουρίστες, κυρίως συνταξιούχους γερμανικών ταμείων, με πτήσεις της Aegean από τη Γερμανία. Στη Ρόδο το 2014, σε μια πιλοτική εφαρμογή μιας μορφής τουρισμού που στοχεύει στη διευκόλυνση ατόμων τρίτης ηλικίας με προβλήματα υγείας να κάνουν διακοπές μαζί με τους συγγενείς τους έχοντας πρόσβαση στην ιατρική φροντίδα που χρειάζονται, 15 Γερμανοί τουρίστες με ιατρικά προβλήματα εντάχθηκαν σε ένα πρόγραμμα πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, συνοδευόμενοι από έξι νοσηλευτές και δύο γιατρούς. Στο ίδιο νησί κατασκευάζεται μια πρότυπη μονάδα αποθεραπείας καρκινοπαθών με ξενοδοχειακή μονάδα 260 κλινών. Στο παράρτημα V της έρευνας, δε, υπάρχουν μερικά παραδείγματα μονάδων τουρισμού ευεξίας στη χώρα μας.

Αλλά τέτοιες μεμονωμένες εξαιρέσεις απλά αναδεικνύουν τη μεγάλη χαμένη ευκαιρία. Αν το κράτος και οι επιχειρήσεις τουρισμού αποφάσιζαν να αναλάβουν πρωτοβουλίες για να την εκμεταλλευτούμε το κέρδος για την ελληνική οικονομία θα ήταν τεράστιο. 

Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της ερευνητικής ομάδας, αν όλα γίνονταν σωστά (υποδομές, θεσμικό πλαίσιο, εκπαίδευση, και όλες οι λύσεις που προτείνονται παρακάτω), ο τουρισμός τρίτης ηλικίας, η πώληση κατοικιών και η διαμονή μακράς διάρκειας ξένων τρίτης ηλικίας, ο ιατρικός τουρισμός και ο ιαματικός τουρισμός μπορούν συνολικά να προσθέσουν στο ΑΕΠ της χώρας 13,6 δισ. ευρώ, καθώς και 173.000 νέες θέσεις εργασίας σε διάστημα πέντε χρόνων. Ο τουρισμός ευεξίας, που απευθύνεται και σε νεότερους, μπορεί να αποφέρει περίπου άλλα τόσα: 13,5 δισ. ευρώ και 171.000 θέσεις εργασίας σε πέντε χρόνια. 

Ενδεικτικά, μόνο για την αγορά των “snowbird” τουριστών, αν θέσουμε ως στόχο να κατακτήσουμε το 15% της αγοράς δεύτερης κατοικίας για Bορειοευρωπαίους συνταξιούχους, τότε θα χρειαστούμε 400.000 κατοικίες τα επόμενα 20 χρόνια. Πουλώντας (ή ενοικιάζοντας μακροχρόνια) 20.000 κατοικίες τον χρόνο και με τους νέους ιδιοκτήτες να περνούν κατά μέσο όρο 6 μήνες τον χρόνο στη χώρα μας, η επίδραση στο ΑΕΠ θα είναι πάνω από 5 δισ. ευρώ τον χρόνο, δημιουργώντας παράλληλα περίπου 60.000 νέες θέσεις εργασίας.

Όλες οι εκτιμήσεις αναλύονται στο κεφάλαιο 5.2 της έρευνας, και το βασικό τους συμπέρασμα είναι το εξής: Πρόκειται για μεγάλη χαμένη ευκαιρία. Και βεβαίως, μια ανάπτυξη της συγκεκριμένης αγοράς θα είχε παράπλευρες συνέπειες και στην υπόλοιπη οικονομία. Σκεφτείτε ότι για κάθε πέντε παραθεριστικές κατοικίες στη χώρα μας δημιουργείται μία μόνιμη θέση πλήρους απασχόλησης στους τομείς της συντήρησης και καθαριότητας των κτιρίων ή της φροντίδας των κήπων.

Εξάλλου, οι επισκέπτες μακράς διάρκειας, οι συνταξιούχοι από τη Σουηδία ή τη Γερμανία δηλαδή, θα φέρνουν το εισόδημά τους απ’ έξω. Έτσι θα αυξάνουν την κατανάλωση χωρίς αυτό να έχει αρνητικές συνέπειες στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Επιπλέον και ο τουριστικός κλάδος θα τονωθεί με την επέκταση της τουριστικής περιόδου, και το τουριστικό προϊόν θα αναβαθμιστεί, καθώς οι υποδομές υγείας θα είναι προσβάσιμες και από νεότερους σε περίπτωση ανάγκης, και άλλοι κλάδοι του τουρισμού θα αναπτυχθούν (θρησκευτικός, ιστορικός τουρισμός κ.ά.).

Και όλα αυτά σε ένα πλαίσιο και σε αγορές (υγείας και τουρισμού) στις οποίες η χώρα μας δραστηριοποιείται ήδη. Όπως λέει ο οικονομολόγος Αρίστος Δοξιάδης, που συμμετείχε στην ομάδα της έρευνας, “δεν χρειάζονται μεγάλες επενδύσεις για να γίνει η δουλειά. Οι ελλείψεις μας είναι οργανωτικές και θεσμικές. Δεν λείπουν εγκαταστάσεις και δεν λείπει ανθρώπινο δυναμικό”.

Η έρευνα καταλήγει σε μια σειρά από προτάσεις και εργαλεία, από μια ανάλυση περί μάρκετινγκ στις συγκεκριμένες αγορές μέχρι μια καταγραφή σχετικά με τις προδιαγραφές ποιότητας, ασφάλειας και διαχείρισης κινδύνων στους συγκεκριμένους τομείς. Συνοψίζει, δε, και τα βασικά βήματα για μια στρατηγική ανάπτυξης τουρισμού τρίτης ηλικίας στην Ελλάδα.

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Διαβάστε επίσης: